ΒΙΤΑΜΙΝΗ D

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Η βιταμίνη D είναι μία ομάδα λιποδιαλυτών σεκοστεροειδών υπεύθυνων για την ευόδωση της εντερικής απορρόφησης του ασβεστίου και του φωσφόρου. Στον άνθρωπο, τα σημαντικότερα συστατικά της ομάδας αυτής της βιταμίνης D είναι η βιταμίνη D3 (χοληκαλσιφερόλη) και D2 (εργοκαλσιφερόλη).

Η χοληκαλσιφερόλη και η εργοκαλσιφερόλη προσλαμβάνεται από το διαιτολόγιο και τα συμπληρώματα. Ακόμα, ο ανθρώπινος οργανισμός συνθέτει βιταμίνη D (ιδιαίτερα χοληκαλσιφερόλη) στο δέρμα από την χοληστερόλη όταν αυτό εκτεθεί στο ηλιακό φως.

Στο ήπαρ, η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) μετατρέπεται σε καλσιδιόλη, γνωστή ως καλσιφεδιόλη, 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλη ή 25-υδροξυβιταμίνη D3[25(OH)D3].

Η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) μετατρέπεται στο ήπαρ σε 25- υδροξυεργοκαλσιφερόλη, γνωστή ως 25-υδροξυβιταμίνη D2 [25(OH) D2]. Μέρος της καλσιδιόλης μετατρέπεται στους νεφρούς σε καλσιτριόλη, την βιολογικά ενεργό μορφή βιταμίνης D.

Η καλσιτριόλη κυκλοφορεί ως ορμόνη στο αίμα, ρυθμίζοντας τις συγκεντρώσεις του ασβεστίου και του φωσφόρου στο αίμα και προάγοντας την ανάπτυξη και αναδόμηση των οστών. Η καλσιτριόλη επίσης ρυθμίζει την νευρομυική και ανοσιακή λειτουργία.

Ρόλος βιταμίνης D στις αρθρώσεις

Τα χονδροκύτταρα και τα υμενοκύτταρα φέρουν υποδοχείς της βιταμίνης D, ένδειξη ότι η βιταμίνη αυτή παίζει ρόλο στην διατήρηση της δομής και λειτουργίας του αρθρικού χόνδρου [Tetlow LC and Woolley DE, 2001].

Η καλσιτριόλη αναστέλλει την έκφραση της MMP-1 της επαγόμενης από την IL-1 και μειώνει την είσδυσή της στα υμενικά κύτταρα ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα [Laragione T et al, 2012].

Οι μελέτες που έχουν εξετάσει την συσχέτιση της βιταμίνης D με την οστεοαρθρίτιδα (κυρίως γονάτων και χεριών) έχουν δώσει τα εξής αποτελέσματα :

Θετικές μελέτες

Μία ανάλυση της μελέτης Framingham έδειξε ότι ο κίνδυνος εξέλιξης της οστεοαρθρίτιδας είναι 3πλάσιος σε ασθενείς με χαμηλή πρόσληψη βιταμίνης D [McAlindon TE et al, 1996].

Σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα των γονάτων, η 25(OH)D του ορού σχετίζεται με την BMD [Bischoff – Ferrari HA et al, 2005], γι΄αυτό και η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D μπορεί να αυξήσει την BMD σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα.

Η συσχέτιση της ανεπάρκειας της 25(OH)D με την συχνότητα/ή εξέλιξη της οστεοαρθρίτιδας μπορεί να είναι περισσότερο σημαντική σε ασθενείς ηλικίας <60 ετών, με ισχυρότερη στατιστική σημασία σε ακόμα νεότερους ασθενείς [Heidari B et al, 2011].

Η χαμηλή διαιτητική πρόσληψη βιταμίνης D σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα και κίνδυνο εξέλιξης της οστεοαρθρίτιδας των γονάτων [Bergink AP et al, 2009].

Σε Μαύρους Αμερικανούς, η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να είναι παράγοντας κινδύνου για την επιδείνωση του πόνου της οστεοαρθρίτιδας των γονάτων [Glover TL et al, 2012].

Αρνητικές μελέτες

Η 25-OH-D δεν σχετίζεται με την απώλεια του χόνδρου και την στένωση του μεσάρθριου διαστήματος [Felson DT et al, 2007].

Οι συγκεντρώσεις της βιταμίνης D στον ορό δεν φαίνεται να σχετίζονται με τον πόνο των γονάτων και τις οστεοαρθρικές ακτινολογικές αλλοιώσεις [Muraki S et al, 2011].

Οι περισσότεροι ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα των γονάτων έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης D, αλλά τα επίπεδα της 25(OH)D δεν σχετίζονται με την βαρύτητα των ακτινολογικών αλλοιώσεων ή την λειτουργική κατάσταση [Al-Jarallah KF et al, 2012]

Τα επίπεδα της βιταμίνης D δεν σχετίζονται με την επίπτωση και την βαρύτητα των οστεοαρθρικών ακτινολογικών αλλοιώσεων [Kalichman L and Kobyliansky E, 2012]

Η μείωση των επιπέδων της 25(OH)D στον ορό δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη της οστεοαρθρίτιδας [Konstari S et al, 2012]

Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν μειώνει τον πόνο στα γόνατα ή την απώλεια του χόνδρου [McAlindon T et al, 2013].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η συσχέτιση της βιταμίνης D με την οστεοαρθρίτιδα είναι αμφιλεγόμενη.

Μερικοί υποστηρίζουν ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα και κίνδυνο εξέλιξης της οστεοαρθρίτιδας, άλλοι όμως ότι δεν σχετίζεται με την ανάπτυξη, τα συμπτώματα και τις ακτινολογικές αλλοιώσεις της οστεοαρθρίτιδας.